ναυλοσύμφωνο(ν)

ναυλοσύμφωνο(ν)
το см. ναυλωτήριο[ν]

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ναυλοσύμφωνο(ν)" в других словарях:

  • ναυλοσύμφωνο — το ιδιωτικό έγγραφο στο οποίο περιέχεται η σύμβαση ναύλωσης πλοίου, το ναυλωτήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναύλα + σύμφωνο κατά το προικοσύμφωνο] …   Dictionary of Greek

  • ναυλοσύμφωνο — το έγγραφη συμφωνία ναύλωσης πλοίου, αλλ. ναυλωτήριο και ναυλωτικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναυλωτήριο — το το ναυλοσύμφωνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναυλώνω + επίθημα τήριο (πρβλ. δεσμω τήριο)] …   Dictionary of Greek

  • ναυλωτικός — ή, ό (Α ναυλωτικός, ή, όν) [ναυλώ] αυτός που έχει σχέση με τη ναύλωση πλοίου ή αυτός που προορίζεται για ναύλωση νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ναυλωτικό το ναυλοσύμφωνο αρχ. το θηλ. ως ουσ. ἡ ναυλωτική (ενν. συγγραφή) η ναύλωση …   Dictionary of Greek

  • ναυλωτήριο — το βλ. ναυλοσύμφωνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναυλωτικό — το βλ. ναυλοσύμφωνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»